20120526

Η στερημένη κι ο άπραγος σύζυγος

Οι ίδιες δυο φίλες από χθες συζητούν ξανά στο τηλέφωνο:

-Μπλα, μπλα, μπλα, μπλα...
-Μπλα, μπλα, μπλα, μπλα...
...




Μετά από ακριβώς πέντε ώρες, σαραντατρία πρώτα και τριανταέξη δεύτερα:

-Αυτά που λες! Τα υπόλοιπα θα στα πω αύριο γιατί πέφτει και η εφεδρική μπαταρία του ασύρματου! Πες μου όμως στα γρήγορα, τι έγινε με τον Αποστόλη;

-Άστα... Τίποτα! Με έπιασε στο δούλεμα. Με είπε ...Ζορό!

-...Μωρέ τι γάιδαρο πήγες και πήρες; Τέλος πάντων, δεν κάνεις ακόμα μια προσπάθεια;

-Δηλαδή τι να ντυθώ αυτή τη φορά; Λαγουδάκι; Νοσοκόμα;

-Νομίζω ότι τα απλά πράγματα είναι τα καλύτερα. Απλά περίμενέ τον στο κρεβάτι τελείως γυμνή. Καλόπιασέ τον και λίγο, γλυκομίλα του, πες και κάτι ρομαντικό...

-Σαν τι δηλαδή;

-Ε, να, πες του ότι για χάρη του φόρεσες τη στολή του Έρωτα! Ε, δε μπορεί, κάτι θα γίνει!

-Άιντε, να δούμε...


Την επόμενη λοιπόν, επιστρέφει ο Αποστόλης κατά τα γνωστά (μπαρότσαρκα, μπύρες κλπ) και βρίσκει τη γυναίκα του στο κρεβάτι γυμνή.

-Μωρή, ντύσου, θα πουντιάσεις!

-Μα είμαι ντυμένη, αντρούλη μου! Φόρεσα τη στολή του Έρωτα και σε περίμενα τόσες ώρες!

-Τη στολή του Έρωτα;

-Ναι, αγάπη μου!

-Καλά, δε μπορούσες τουλάχιστον πρώτα να...
.
.
...της ρίξεις ένα σιδέρωμα;