20120406

Τα «χημικά» ευθύνονται για την αύξηση του καρκίνου και τη μείωση της ποιότητας του σπέρματος

Μία μελέτη που έλαβε χώρα στη Φινλανδία, εξέτασε το ιστορικό ανδρών που γεννήθηκαν ανάμεσα. στα έτη 1979 και 1987 και απέδειξε ότι στο διάστημα αυτό, η ποιότητα του σπέρματος τείνει να υποβαθμίζεται και η συχνότητα του καρκίνου των όρχεων αυξάνεται.
Η ερμηνεία που προτείνεται ενοχοποιεί περιβαλλοντικούς παράγοντες και πιο συγκεκριμένα, την έκθεση σε βιομηχανικά χημικά.
Χαρακτηριστικό είναι ότι προηγούμενες μελέτες ανέδειξαν τους Φιλανδούς ως έναν από τους λαούς με την καλύτερη ποιότητα σπέρματος στον κόσμο. Η επιστημονική κοινότητα όμως, δε διαβεβαίωσε ποτέ εάν πρόκειται για μια γενετική υπεροχή ή αν οφείλεται στη μικρότερη έκθεση σε χημικά.
Σύμφωνα με τα ερευνητικά ευρήματα, οι άνδρες που γεννήθηκαν στο τέλος της δεκαετίας του 80 είχαν χαμηλότερη συγκέντρωση σπέρματος σε σχέση με τους άνδρες που γεννήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας. Παράλληλα οι επιστήμονες παρατήρησαν πως ο καρκίνος στους όρχεις ήταν πιο συχνός στους άνδρες που γεννήθηκαν γύρω στο 1980 σε σχέση με αυτούς που γεννήθηκαν κοντά στο 1950.
Οι απότομες αυτές αλλαγές δείχνουν πως οι παράγοντες κινδύνου πρέπει να αναζητηθούν στο περιβάλλον και για το λόγο αυτό, μπορεί να είναι προβλέψιμοι. Ο πρωταρχικός στόχος των ερευνητών λοιπόν δεν είναι άλλος από την αναγνώριση και την καταγραφή των παραγόντων αυτών έτσι ώστε να πραγματοποιηθεί η λήψη προληπτικών μέτρων.
Η καλύτερη εξήγηση που έχει δοθεί μέχρι στιγμής στην απότομη μείωση της συγκέντρωσης του σπέρματος βρίσκεται στις χημικές ουσίες που υπάρχουν στα τρόφιμα και στο περιβάλλον. Οι ουσίες αυτές έχουν επίπτωση στην ανάπτυξη των όρχεων στα έμβρυα, αλλά και στα πρώτα χρόνια ζωής των αγοριών. Η επίδραση τους όμως στην παραγωγή του σπέρματος γίνεται εμφανής πολύ αργότερα κατά τη διάρκεια της εφηβείας και τονίζεται περισσότερο, όταν πλέον προσπαθούν να γίνουν πατέρες.
Αν και η επίδραση των χημικών ουσιών στις διαφορετικές γενεές δεν είναι εύκολο να μελετηθεί, η έρευνα πρέπει να εστιαστεί στην αναγνώριση των επικίνδυνων χημικών ουσιών. Με τον τρόπο αυτό θα γίνει εφικτή η απόπειρα απομάκρυνσής τους από το περιβάλλον, με σκοπό την προστασία των μελλοντικών γενεών.